Κοσμικός /kosmiˈkos/ Adjective

English
secular
日本語
世俗的

Example

  • Το σχολείο προσφέρει **κοσμική** (λαϊκή / εγκόσμια) εκπαίδευση.
  • The school offers a secular curriculum.
  • Εδώ τονίζεται η απουσία θρησκευτικής διδασκαλίας.