κοστούμι /kosˈtumi/ Noun

English
suit
日本語
スーツ

Example

  • Φόρεσε ένα σκούρο γκρι [κοστούμι] στον γάμο.
  • He wore a dark grey suit to the wedding.
  • Η λέξη 'κοστούμι' καλύπτει το σύνολο.