Περιορισμός /dɪˈtɛnʃən/ NounEnglishdetention日本語居残りExampleΤους επέβαλαν **κράτηση** (περιορισμός / ανάκληση / αναστολή) δώδεκα μηνών.They were sentenced to 12 months' detention.Εδώ η 'κράτηση' ακούγεται πιο επίσημη, σαν δικαστική απόφαση.