κρύο /ˈkriu/ AdjectiveEnglishcold日本語寒いExampleΚάνω κρύο, άναψε τη θέρμανση (ζεστάνω / θερμάνω / ανάβω).I'm cold. Turn the heating up.Το 'κάνω κρύο' είναι η πιο συνηθισμένη έκφραση.