Κατοχή /kaˈtoçi/ NounEnglishpossession日本語所有ExampleΣτους κρατούμενους δεν επιτρεπόταν κανένα προσωπικό [κτήμα] (ιδιοκτησία / περιουσία / αγαθό).Prisoners were allowed no personal possessions.Το 'κτήμα' εδώ είναι πιο επίσημο από το 'πράγμα'.