Οικοδόμηση /ikoˈðomisi/ Noun

English
building
日本語
建物 (Tatemono)

Example

  • Το νέο κτίριο γραφείων είναι πολύ μοντέρνο.
  • The new office building is very modern.
  • Το 'κτίριο' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για κάθε είδους δομή.