χτυπάω /xtiˈpao/ Verb

English
knock
日本語
ノックする

Example

  • [Κτυπώ] την πόρτα τρεις φορές και περίμενα απάντηση.
  • He knocked three times and waited for an answer.
  • Το 'κτυπώ' είναι το πιο συνηθισμένο ρήμα για αυτή την ενέργεια.