Κύκλος Εργασιών / Αλλαγή Προσωπικού /tɜːrnˈoʊvər/ Noun
- English
- turnover
- 日本語
- 離職率 / 回転率
Example
- Η εταιρεία ανακοίνωσε ετήσιο **κύκλο εργασιών** ύψους 50 εκατομμυρίων ευρώ.
- The company reported an annual turnover of $50 million.
- Εδώ το 'κύκλος εργασιών' είναι ο καθιερωμένος οικονομικός όρος.