κυριαρχώ /kʲiɾaɾˈxo/ Verb

English
dominate
日本語
圧倒する

Example

  • Η ομάδα μας [κυριάρχησε] (επικράτησε / υπερίσχυσε / έσπασε τα κοντέρ) στο δεύτερο ημίχρονο του αγώνα.
  • The team dominated the second half of the game.
  • Εδώ το 'κυριαρχώ' είναι η πιο φυσική επιλογή για αθλητικό πλαίσιο.