Κυβερνώ /ci.verˈno/ Verb

English
govern
日本語
統治する

Example

  • Η χώρα [κυβερνάται] (κυβερνώ/διοικώ/εξουσιάζω) από εκλεγμένους αντιπροσώπους.
  • The country is governed by elected representatives.
  • Το 'κυβερνώ' είναι η πιο άμεση και επίσημη επιλογή για πολιτική διοίκηση.