Λαχανικό /la.xa.niˈko/ NounEnglishvegetable日本語野菜ExampleΤα παιδιά δεν τρώνε αρκετά φρέσκα λαχανικά.The children don't eat enough fresh vegetables.Η λέξη 'λαχανικά' είναι η πιο κοινή επιλογή.