λέιζερ /ˈleɪzɛr/ NounEnglishlaser日本語レーザーExampleΗ ακτίνα του λέιζερ [αποκοπή / χάραξε / διέτρεξε] το μέταλλο.The laser cut the metal.Το 'αποκοπή' είναι η πιο άμεση δράση.