Σε λειτουργία /o.pe.ra.si.oˈnal/ Adjective

English
operational
日本語
稼働中

Example

  • Η νέα πλατφόρμα είναι πλέον πλήρως <gap> μετά την αναβάθμιση.
  • The new software update made the system fully operational.
  • Εδώ τονίζουμε την ολοκλήρωση της εγκατάστασης και την ετοιμότητα.