λεμόνι /leˈmoni/ NounEnglishlemon日本語レモンExampleΒάλε λίγο χυμό από [λεμόνι] στη σαλάτα.Add a squeeze of lemon juice to the salad.Η έκφραση 'λίγο χυμό' είναι πιο φυσική από το 'μια σταγόνα'.