Κλαμπ / Σύλλογος /klab/ Noun

English
club
日本語
部活 (Bukatsu)

Example

  • Γράφτηκε στη **λέσχη** (εντάχθηκε / προσχώρησε / έγινε μέλος) πεζοπορίας για να εξερευνήσει τα βουνά.
  • She joined the hiking club to explore the mountains.
  • Η 'Λέσχη Πεζοπορίας' είναι πολύ συνηθισμένη στην Ελλάδα.