Υπόλογος / Εκτεθειμένος /ˈlaɪəbl/ Adjective
- English
- liable
- 日本語
- 法的責任がある / 〜しがちである
Example
- Θα είσαι **υπόχρεος** (υπόχρεος / υπεύθυνος / καταλογιστέος) για οποιαδήποτε ζημιά προκληθεί.
- You will be liable for any damage caused.
- Εδώ τονίζεται η νομική συνέπεια.