λιμνούλα /limˈnuːla/ Noun

English
pond
日本語

Example

  • Οι πάπιες κολυμπούν στη [Λίμνη] του πάρκου.
  • The ducks are swimming in the pond.
  • Η 'λίμνη' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.