μαγικός /ma.ʝiˈkos/ Επίθετο

English
magical
日本語
魔法のような

Example

  • Το δάσος φάνηκε **μαγικό** με την πρωινή ομίχλη.
  • The forest felt magical in the early morning mist.
  • Εδώ η χρήση είναι ατμοσφαιρική, σχεδόν ποιητική.