Μακριά /maˈkri.a/ Adverb

English
far
日本語
遠い (tooi)

Example

  • Δεν πήγαμε μακριά (πολύ / σε απόσταση / ελάχιστα).
  • We didn't go far.
  • Συχνά χρησιμοποιείται αρνητικά για να δηλώσει μικρή απόσταση.