απόμακρος /aˈpomakros/ Adjective

English
distant
日本語
遠い

Example

  • Ο [απέραντος] (ήχος / ψίθυρος / απόηχος) της μουσικής διαχεόταν από το παράθυρο.
  • The distant sound of music drifted through the window.
  • Το 'μακρινός' εδώ τονίζει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου.