μεγάλος /meˈɣalɔs/ AdjectiveEnglishbig日本語大きいExampleΕίναι ένας μεγάλος άνθρωπος με καλή καρδιά.He is a big man with a kind heart.Το 'μεγάλος' εδώ τονίζει τον χαρακτήρα, όχι μόνο το σώμα.