Μεγάλος /ɡreɪt/ Adjective

English
great
日本語
素晴らしい

Example

  • Η ομάδα πέτυχε μια μεγάλη νίκη ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. (μεγάλη / σπουδαία / τέλεια)
  • The team achieved a great victory against all odds.
  • Το 'μεγάλη' εδώ τονίζει το μέγεθος της επιτυχίας.