Μεγιστοποιώ /me.ʝi.sto.piˈo/ Ρήμα
- English
- maximize
- 日本語
- 最大化する
Example
- Πρέπει να [μεγιστοποιήσουμε] (απογειώνουμε / αξιοποιούμε πλήρως / φέρνουμε στο μέγιστο) τους πόρους μας για να τελειώσουμε το έργο.
- We must maximize our resources to finish the project.
- Το 'μεγιστοποιώ' είναι η πιο άμεση και κοινή επιλογή εδώ.