Μείωση /miˈoːsi/ Noun

English
reduction
日本語
削減

Example

  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε **μείωση** (ελάττωση / συρρίκνωση / υποχώρηση) των φόρων.
  • The government announced a reduction in taxes.
  • Η «μείωση» είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος για οικονομικά θέματα.