μελωδία /me.loˈði.a/ NounEnglishmelody日本語旋律ExampleΣιγοτραγουδούσε μια απαλή [μελωδία] καθώς δούλευε.She hummed a soft melody while she worked.Το 'σιγοτραγουδώ' δίνει ζεστασιά.