μιλάω /miˈlao/ Verb

English
talk
日本語
話す

Example

  • Σταμάτα να ψιθυρίζεις και [μιλάω] καθαρά τις οδηγίες.
  • Stop talking and listen to the instructions.
  • Εδώ τονίζεται η ανάγκη για σαφήνεια στον λόγο.