Μνήμη /mˈnimi/ NounEnglishmemory日本語記憶ExampleΈχει αξιοσημείωτη μνήμη (ανάκληση / θυμητικό / ενθύμηση) για ημερομηνίες.She has a remarkable memory for dates.Η 'μνήμη' εδώ είναι η γενική ικανότητα.