Μόνιμα /moˈniːma/ Adverb

English
permanently
日本語
永久に

Example

  • Το μελάνι λέκιασε το χαλί [μόνιμα] — σαν να έπεσε μια βόμβα στο σαλόνι.
  • The ink stained the carpet permanently.
  • Εδώ τονίζεται η μη αναστρέψιμη ζημιά.