μυρωδιά /miɾoˈðja/ Noun

English
smell
日本語
匂い

Example

  • Η [μυρωδιά] του φρέσκου ψωμιού γέμισε το σπίτι.
  • The smell of fresh bread filled the house.
  • Η 'μυρωδιά' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή εδώ.