ναρκωτικό /nar.ko.tiˈko/ Noun

English
drug
日本語

Example

  • Αυτός δεν καπνίζει ούτε παίρνει [φάρμακα/ουσίες].
  • He does not smoke or take drugs.
  • Το 'παίρνω' είναι η μαγνητική λέξη εδώ.