Ουδέτερος /uˈðe.te.ros/ Adjective

English
neutral
日本語
中立

Example

  • Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να είναι πολιτικά **ουδέτεροι** — αυτό είναι το Α και το Ω της δουλειάς τους.
  • Journalists are supposed to be politically neutral.
  • Εδώ τονίζεται η υποχρέωση για μη ανάμειξη.