νικώ /niˈko/ VerbEnglishbeat日本語打ち負かすExampleΟ Γιάννης [νικά] (νικώ / κερδίζω / υπερισχύω) εμένα στο σκάκι.He beat me at chess.Η λέξη 'νικώ' είναι η πιο άμεση μετάφραση για το 'beat' σε παιχνίδια.