ντρέπομαι /ˈntrepome/ AdjectiveEnglishembarrassed日本語恥ずかしいExampleΔεν έχω νιώσει ποτέ τόσο [ντροπιασμένος] στη ζωή μου!I've never felt so embarrassed in my life!Το «ντροπιασμένος» είναι η πιο δυνατή και άμεση έκφραση.