Ορμή /orˈmi/ VerbEnglishdrive日本語運転する / 意欲ExampleΈμαθα να οδηγώ (κατευθύνω / χειρίζομαι) όταν ήμουν δεκαέξι.I learned to drive when I was sixteen.Η εκμάθηση της οδήγησης είναι ορόσημο ελευθερίας στην Ελλάδα.