Οδηγός /oˈðiɣos/ Noun
- English
- driver
- 日本語
- 運転手 (Untenshu)
Example
- Ο **οδηγός** (καθοδηγεί / κατευθύνει / οδηγεί) χαιρέτησε κάθε επιβάτη με μια καλή κουβέντα.
- The bus driver greeted every passenger with a kind word.
- Η ευγένεια του οδηγού είναι σημαντική στην ελληνική κουλτούρα.