εργαλείο /erɣaˈlío/ NounEnglishinstrument日本語楽器 / 道具ExampleΜαθαίνει να παίζει ένα καινούργιο {όργανο} εδώ και μήνες.He has been learning to play a new instrument for months.Εδώ το 'όργανο' είναι το μουσικό όργανο.