πακέτο /paˈketo/ Ουσιαστικό

English
packet
日本語
小袋

Example

  • Άνοιξε το [πακέτο] (δέμα / σακουλάκι) με τα μπισκότα.
  • She opened a packet of biscuits.
  • Το 'πακέτο' είναι η πιο κοινή λέξη για συσκευασμένα σνακ.