παλιομοδίτικος /paliomodiˈtikos/ Adjective
- English
- old-fashioned
- 日本語
- 古風な
Example
- Η Μαρία φοράει **παλιομοδίτικα** φορέματα. (Αρχαιοπρεπής / Ξεπερασμένος / Απαρχαιωμένος) — της: Φοράει ρούχα που δεν είναι στη μόδα.
- She wears old-fashioned clothes.
- Εδώ η λέξη είναι περιγραφική, όχι απαραίτητα αρνητική.