Φεστιβάλ /festiˈval/ Noun

English
festival
日本語
祭り (Matsuri)

Example

  • Το μουσικό πανηγύρι (συγκέντρωσε / προσέλκυσε / τράβηξε) χιλιάδες θαυμαστές.
  • The music festival attracted thousands of fans.
  • Το 'πανηγύρι' έχει πιο παραδοσιακή, λαϊκή χροιά.