Πάνω /ˈpa.no ˈa.po/ AdverbEnglishabove日本語上 (うえ)ExampleΤα πουλιά πετούσαν ψηλά από πάνω.The birds were flying high above.Η χρήση του 'από πάνω' προσδίδει μια αίσθηση κίνησης και ύψους.