παράλογος /əbˈsɜːrd/ Adjective
- English
- absurd
- 日本語
- 不条理
Example
- Αυτή η στολή κάνει τους φρουρούς να φαίνονται **παράλογοι** (γελοίοι / άτοποι / εξωφρενικοί) — σαν να βγήκαν από καρτούν.
- That uniform makes the guards look absurd.
- Εδώ το 'παράλογος' τονίζει την οπτική ασυνέπεια.