παρόμοιος /paˈromios/ Adjective

English
similar
日本語
似ている

Example

  • Έχουμε πολύ [παρόμοια] γούστα στη μουσική.
  • We have very similar tastes in music.
  • Η λέξη 'γούστα' είναι πολύ κοινή για 'tastes'.