Παύση /páfsi/ NounEnglishpause日本語間(ま)ExampleΥπήρξε μια μακρά [αναμονή / σιωπή / παύση] πριν απαντήσει.There was a long pause before she answered.Η «παύση» εδώ υποδηλώνει την αναμονή πριν την ομιλία.