πειραματισμός /pi.ra.ma.tizˈmos/ Noun

English
experiment
日本語
実験

Example

  • Οι φοιτητές έκαναν ένα απλό πείραμα για να μετρήσουν τη βαρύτητα.
  • The students performed a simple experiment to measure gravity.
  • Εδώ το 'πειραμα' είναι η τυπική λέξη για την επιστημονική πράξη.