ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΩ /perilamˈvano/ Ρήμα

English
encompass
日本語
網羅する

Example

  • Η δουλειά [περιλαμβάνει] (αγκαλιάζει / καλύπτει / περιέχει) ένα ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων.
  • The job encompasses a wide range of responsibilities.
  • Το 'περιλαμβάνει' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή εδώ.