Πλεονέκτημα /pleoˈnektima/ NounEnglishasset日本語財産ExampleΣτη δουλειά του, η υπομονή αποτελεί ανεκτίμητο [Περιουσιακό στοιχείο] (Προσόν / Αξία / Δύναμη).In his job, patience is an invaluable asset.Εδώ τονίζεται η διαρκής, άυλη αξία.