Περιβάλλον /peɾiˈvalon/ NounEnglishenvironment日本語環境ExampleΗ ρύπανση καταστρέφει το **περιβάλλον** — ο κόσμος / ο τόπος / η φύση.Pollution is damaging the environment.Το 'περιβάλλον' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.