πιάτο /pʲaːˈto/ Noun

English
plate
日本語

Example

  • Σέρβιρε τα σάντουιτς πάνω σε ένα καθαρό [πιάτο] (πιατάκι / πιατέλα / δίσκος).
  • She served the sandwiches on a clean plate.
  • Το «πιατάκι» είναι το μικρότερο πιάτο (saucer).