Πιθανότατα /pithanˈotata/ Adjective

English
likely
日本語
可能性が高い

Example

  • Η πιο **πιθανή** εξήγηση είναι τεχνική βλάβη.
  • The most likely explanation is a technical glitch.
  • Εδώ το 'πιθανή' λειτουργεί ως ο βασικός όρος.