Πιθανό / Πιθανότατα /piˈθanɔ/ Επίθετο
- English
- probable
- 日本語
- 可能性が高い
Example
- Η **πιθανή** αιτία της πυρκαγιάς ήταν η ελαττωματική καλωδίωση. (Η **εύλογη** / **λογική** / **λογική** αιτία της πυρκαγιάς ήταν η ελαττωματική καλωδίωση.)
- The probable cause of the fire was faulty wiring.
- Εδώ το 'πιθανή' λειτουργεί ως η πιο αντικειμενική εκτίμηση.